φασόλι

ουσιαστικό

Σπόρος ή καρπός φυτού της οικογένειας των οσπρίων, συνήθως βρώσιμος, με ποικίλα σχήματα, μεγέθη και χρώματα, που καλλιεργείται και χρησιμοποιείται ως τρόφιμο ή για σπορά.

Συνώνυμα

λουβί φασουλάκι κύαμος όσπριο γίγαντας κουκί μπιζέλι ρεβίθι φακή φάβα σπόρος κόκκος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το φασόλι είναι πλούσιο σε πρωτεΐνες και φυτικές ίνες.
  • Φύτεψα ένα φασόλι στον κήπο και περιμένω να φυτρώσει.
  • Το φασόλι που βρήκα μέσα στη σούπα ήταν μαλακό.
  • Έβαλα μόνο ένα φασόλι στο πιάτο για δοκιμή.
  • Η έρευνα εξετάζει το φασόλι ως πηγή βιταμινών και μετάλλων.