υπόλοιπος

επίθετο

1. Που παραμένει μετά την αφαίρεση, χρήση ή διανομή μέρους από ένα σύνολο ή ποσότητα.

2. Που αναφέρεται στο εναπομείναν τμήμα ή στο υπόλοιπο σε αριθμητικά, λογιστικά ή χρονικά πλαίσια.

Συνώνυμα

λοιπός υπόλοιπο υπόλοιπα εναπομείνων εναπομείναντα υπολειπόμενος υπολειπόμενα απομείναντα περισσευόμενος περιττός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Πλήρωσα μέρος του λογαριασμού και το υπόλοιπο θα το καταβάλω αύριο.
  • Οι υπόλοιποι μαθητές θα δώσουν τις εξετάσεις την επόμενη εβδομάδα.
  • Την υπόλοιπη εβδομάδα έχω συναντήσεις κάθε απόγευμα.
  • Μάζεψε τα υπόλοιπα πιάτα και βάλε τα στο πλυντήριο.
  • Οι υπόλοιπες πληροφορίες αναγράφονται στο παράρτημα.