υπολογιστής

ουσιαστικό

1. Ηλεκτρονική συσκευή που επεξεργάζεται δεδομένα, εκτελεί αριθμητικούς και λογικούς υπολογισμούς και τρέχει προγράμματα για την αυτοματοποίηση διεργασιών και την επίλυση προβλημάτων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο υπολογιστής μου χρειάζεται αναβάθμιση μνήμης.
  • Οι καθηγητές έφεραν καινούριους υπολογιστές στο εργαστήριο.
  • Ο υπολογιστής προβλέπει την πορεία της καταιγίδας με ακρίβεια.
  • Στην ομάδα, ο Γιάννης ήταν ο υπολογιστής που έκανε όλους τους αριθμητικούς υπολογισμούς.
  • Πήρα έναν μικρό υπολογιστή για γρήγορους υπολογισμούς όταν ταξιδεύω.