τηλεόραση

ουσιαστικό

1. Η ηλεκτρονική συσκευή που λαμβάνει, αποκωδικοποιεί και προβάλλει κινούμενες εικόνες και ήχο σε οθόνη για ενημέρωση, ψυχαγωγία ή εκπαίδευση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Αγόρασα μια νέα τηλεόραση.
  • Κάθε βράδυ βλέπω τηλεόραση πριν κοιμηθώ.
  • Στην τηλεόραση προβλήθηκε έκτακτο δελτίο ειδήσεων.
  • Η τηλεόραση χάλασε, πρέπει να την επισκευάσουμε.
  • Η τηλεόραση έχει μεγάλη επιρροή στην κοινωνία.