τζάμι
ουσιαστικό1. Στερεό ανόργανο, συνήθως διαφανές ή ημιδιαφανές υλικό, παραγόμενο από τήξη και ψύξη πυριτικών και άλλων συστατικών, που χρησιμοποιείται σε κατασκευές, παράθυρα, σκεύη και διακοσμητικά αντικείμενα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το τζάμι του παραθύρου ήταν γεμάτο δροσιά το πρωί.
- Το τζάμι του αυτοκινήτου έσπασε από το χαλάζι.
- Κοίταξα μέσα από το τζάμι της βιτρίνας και είδα το φόρεμα.
- Το σπίτι έχει διπλό τζάμι για καλύτερη θερμομόνωση.
- Το τζάμι της οθόνης ράγισε όταν έπεσε το κινητό.