τίποτε
άλλο1. Μηδενική ποσότητα, ύπαρξη ή αξία κάποιου πράγματος σε μια δεδομένη περίπτωση.
2. Κάτι που δεν είναι καθόλου ή δεν έχει καμία σημασία ή επίδραση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν είδα τίποτε στο σκοτάδι.
- Έχεις να μου πεις τίποτε;
- Δεν με ενοχλεί τίποτε σήμερα.
- Μην ανησυχείς, τίποτε δεν συνέβη.
- Αυτό το πρόβλημα δεν σημαίνει τίποτε για μένα.