σφαλιάρα

ουσιαστικό

1. Χτύπημα με την παλάμη στο πρόσωπο ή στο σώμα, συνήθως αιφνιδιαστικό και αποδοκιμαστικό.

2. Μεταφορικά: απότομο και επώδυνο πλήγμα στην υπερηφάνεια, στη φήμη ή στην πορεία κάποιου, καθώς και έντονη προσβολή ή επίπληξη.

Συνώνυμα

χαστούκι φάπα ράπισμα σφαλιάρισμα χαστούκισμα μπουνιά γροθιά κτύπημα χτύπημα κουτουλιά κλωτσιά ήττα ξυλοδαρμός συντριβή

Αντώνυμα

αγκαλιά φιλί χάδι εναγκαλισμός χειραψία χαμόγελο

Παραδείγματα χρήσης

  • Του έδωσε μια σφαλιάρα.
  • Μην του ρίξεις μια σφαλιάρα, δεν θα λύσει το πρόβλημα.
  • Η αποτυχία στη συνέντευξη ήταν μια σφαλιάρα για τον ίδιο.
  • Το αναπάντεχο αποτέλεσμα ήρθε σαν μια σφαλιάρα.
  • Οι νέοι φόροι ήταν μια σφαλιάρα για τη μικρή επιχείρηση.