σπουδαιότητα
ουσιαστικόΙδιότητα ή κατάσταση κατά την οποία ένα πρόσωπο, γεγονός, ιδέα ή αντικείμενο επηρεάζει ουσιωδώς τις αποφάσεις, τις προτεραιότητες ή τα αποτελέσματα σε ένα δεδομένο πλαίσιο.
Συνώνυμα
σημασία σημαντικότητα βαρύτητα αξία ουσιώτητα βάρος σοβαρότητα μέγεθος κύρος επίδραση συνέπεια δυναμική μεγαλοπρέπεια
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η σπουδαιότητα αυτού του ζητήματος δεν πρέπει να υποτιμηθεί.
- Ο καθηγητής τόνισε την σπουδαιότητα της μεθοδολογίας στην έρευνα.
- Για εμένα δεν έχει μεγάλη σπουδαιότητα, αρκεί να είναι ειλικρινής.
- Η σπουδαιότητα των αλλαγών έγινε εμφανής μετά τις πρώτες επιπτώσεις.
- Στην αξιολόγηση εξετάσαμε την σπουδαιότητα κάθε συστατικού στοιχείου.