σπλάχνα
ουσιαστικό1. Εσωτερικά όργανα του σώματος, κυρίως αυτών της κοιλιακής κοιλότητας, που συμμετέχουν σε ζωτικές λειτουργίες (π.χ. έντερα, στομάχι, ήπαρ).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τα σπλάχνα του πονούσαν μετά το τροχαίο.
- Ο χειρουργός εξέτασε τα σπλάχνα πριν κλείσει την κοιλιά.
- Η αγάπη του για την πατρίδα βγαίνει από τα σπλάχνα του.
- Τα σπλάχνα της συγκλονίστηκαν όταν είδε τα παιδιά να κλαίνε.
- Το κίνημα γεννήθηκε από τα σπλάχνα της κοινότητας.