σκιά
ουσιαστικό1. Σκοτεινή περιοχή που σχηματίζεται σε μια επιφάνεια ή στον χώρο όταν ένα αδιαφανές αντικείμενο εμποδίζει την πορεία του φωτός.
2. Περιοχή με μειωμένο ηλιακό φως που παρέχει δροσιά ή προστασία από τον ήλιο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η σκιά του δέντρου απλώθηκε στο πεζοδρόμιο.
- Καθίσαμε στη σκιά για να αποφύγουμε τον ήλιο.
- Η σκιά του πολέμου πλανιόταν πάνω από την πόλη.
- Πλέον δεν έχει ούτε την σκιά του παλιού εαυτού.
- Δεν υπάρχει σκιά αμφιβολίας ότι θα κερδίσουν.