σκεπασμένος
επίθετο1. Που έχει καλυμμένη την επιφάνειά του από κάτι, έτσι ώστε το κάτω μέρος ή το εσωτερικό του να μην είναι ορατό.
2. Που βρίσκεται υπό κάλυψη ή σχηματίζει σκέπη, προστατευμένος από καιρικά φαινόμενα ή εξωτερικές επιδράσεις.
Συνώνυμα
καλυμμένος σκεπαστός επικαλυμμένος κουκουλωμένος στεγασμένος επενδυμένος συγκαλυμμένος τυλιγμένος περιτυλιγμένος κρυμμένος προστατευμένος χιονισμένος ντυμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κήπος ήταν σκεπασμένος με χιόνι το πρωί.
- Το τραπέζι ήταν σκεπασμένο με ένα λευκό τραπεζομάντιλο.
- Έμεινε σκεπασμένος με την κουβέρτα όλο το βράδυ.
- Ο ουρανός ήταν σκεπασμένος από βαριά σύννεφα.
- Η είσοδος του σπιτιού ήταν σκεπασμένη με φύλλα.
- Το μωρό κοιμόταν σκεπασμένο καλά στο κρεβάτι.