σάλι
ουσιαστικόΚομμάτι υφάσματος, συνήθως παραλληλόγραμμο ή ημικυκλικό, που φοριέται γύρω από τους ώμους ή το λαιμό για προστασία από το κρύο ή ως διακοσμητικό ένδυμα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έβαλε το σάλι γύρω από τους ώμους της για να μην κρυώσει.
- Το σάλι που φόρεσε έκανε το φόρεμά της πιο κομψό.
- Η γιαγιά μου φορούσε ένα σάλι με κεντήματα στο πανηγύρι.
- Έβαλα ένα σάλι πάνω στην πλάτη της καρέκλας για να στολίσω το σαλόνι.
- Το σάλι που της χάρισα ήταν μάλλινο και πολύ ζεστό.