ρόμπα

ουσιαστικό

1. Ένδυμα άνετο και χαλαρό, συνήθως μακρύ ή μέσου μήκους, που φοριέται πάνω από τα ρούχα στο σπίτι ή μετά το μπάνιο, με ανοιχτή ή κλειστή μπροστινή όψη και συχνά ζώνη ή κουμπώματα.

Συνώνυμα

μπουρνούζι νυχτικό μανδύας χλαμύδα μαντό κάπα εσθήτα μπέρτα κελεμπία

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Φόρεσε τη ρόμπα μετά το ντους.
  • Η ρόμπα του γιατρού ήταν καθαρή και λευκή.
  • Οι χειρουργοί φόρεσαν ρόμπες πριν την επέμβαση.
  • Έκανε ρόμπα στη συνάντηση όταν ξέχασε ό,τι είχε προετοιμάσει.
  • Με το αστείο του έγινε ρόμπα μπροστά σε όλη την τάξη.