ρουχισμός
ουσιαστικό1. Σύνολο αντικειμένων που φοριούνται για την κάλυψη, προστασία και θερμορύθμιση του σώματος, καθώς και για λόγους άνεσης, υγιεινής ή αισθητικής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ρουχισμός πρέπει να είναι κατάλληλος για τον καιρό.
- Ο ρουχισμός της εκδήλωσης ήταν επίσημος.
- Για την εργασία στο εργαστήριο απαιτείται ειδικός ρουχισμός προστασίας.
- Ο ρουχισμός που συγκεντρώθηκε δόθηκε στους άστεγους.
- Ο ρουχισμός των ηθοποιών αντικατοπτρίζει την εποχή της παράστασης.