ρέμα
ουσιαστικό1. Μικρό φυσικό υδατορέυμα γλυκού νερού που ρέει σε καθορισμένη κοίτη, συνήθως μικρότερο από ποταμό, με συνεχή ή εποχιακή ροή.
2. Κοίτη ή χαράδρα όπου συγκεντρώνονται και κυλούν επιφανειακά νερά κατά τις βροχοπτώσεις, συχνά χωρίς μόνιμη ροή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ρέμα στο χωριό γεμίζει μετά από κάθε καλή βροχή.
- Το ξερό ρέμα της πλαγιάς γίνεται ποτάμι την άνοιξη.
- Καθαρίσαμε το ρέμα από τα σκουπίδια για να προστατέψουμε τη χλωρίδα και την πανίδα.
- Τα ρέματα της περιοχής έχουν βαθιές κοίτες και χρειάζονται σήμανση.
- Το παιδί γλίστρησε και έπεσε στο ρέμα, αλλά το βοήθησαν αμέσως.