πύρινος
επίθετο1. Που έχει σχέση με τη φωτιά ή θυμίζει τη φωτιά ως προς το χρώμα, τη λάμψη ή την ένταση.
2. Που είναι πολύ έντονος, ζωηρός ή παθιασμένος, σαν να καίει.
Συνώνυμα
φλογερός πυρακτωμένος φλογισμένος φλογόβριτος καυτός πυρωμένος ενθουσιώδης παθιασμένος θερμός έντονος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πύρινος ουρανός έλαμπε στο ηλιοβασίλεμα.
- Έκανε μια πύρινη ομιλία για την ελευθερία.
- Η πύρινη λάβα κατέβαινε αργά από το ηφαίστειο.
- Τα μάτια του είχαν μια πύρινη ένταση.
- Το πλήθος άκουγε με πύρινο ενθουσιασμό τον ομιλητή.