πόδια
ουσιαστικό1. Κάτω άκρα του σώματος των ανθρώπων και πολλών ζώων, αποτελούμενα από οστά, μύες και αρθρώσεις, που παρέχουν στήριξη, ισορροπία και δυνατότητα βάδισης και κίνησης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τα πόδια μου πονάνε μετά τον μαραθώνιο.
- Έκανα όλη τη διαδρομή με τα πόδια.
- Το τραπέζι έχει τέσσερα πόδια.
- Έβαλε χοντρές κάλτσες για να ζεστάνει τα πόδια.
- Ο μαθητής έπεσε στα πόδια του δασκάλου ζητώντας συγγνώμη.