πυρετός

ουσιαστικό

1. Παθολογική αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος πάνω από το φυσιολογικό, συχνά ως αντίδραση σε μόλυνση ή φλεγμονή, που συνοδεύεται από συμπτώματα όπως ρίγη, εφίδρωση, κεφαλαλγία και αδυναμία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο γιατρός είπε ότι έχει πυρετό και πρέπει να πάρει αντιπυρετικό.
  • Ο πυρετός του ανέβηκε στους 39 βαθμούς, οπότε τον πήγαμε στο νοσοκομείο.
  • Ο πυρετός της προετοιμασίας για την παράσταση ήταν εμφανής σε όλη την ομάδα.
  • Στον πυρετό των εργασιών ξέχασε να φάει και να ξεκουραστεί.
  • Ο πυρετός των αγορών οδήγησε σε ανεξέλεγκτες αυξήσεις τιμών.