πυθμένας

ουσιαστικό

1. Κάτω μέρος ή χαμηλότερο εσωτερικό σημείο ενός δοχείου, χώρου, αντικειμένου ή φυσικού σχηματισμού, όπου συγκεντρώνονται τα περιεχόμενα ή καταλήγει η επιφάνειά του.

Συνώνυμα

πάτος κάτω βυθός βυθισμένος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο πυθμένας της λίμνης ήταν γεμάτος λάσπη.
  • Το ψάρι κολυμπά κοντά στον πυθμένα του ενυδρείου.
  • Στον πυθμένα του βαρελιού είχε μείνει λίγο κρασί.
  • Το κουτάλι χτύπησε στον πυθμένα της κατσαρόλας.
  • Έφτασε στον πυθμένα της θλίψης του μετά την απώλεια.