πτερύγιο

ουσιαστικό

1. Κινητό ή σταθερό αποπλατυσμένο όργανο σε πτηνά και έντομα, με επιφάνεια ικανή να παράγει ανύψωση και να επιτρέπει την πτήση.

Συνώνυμα

πτέρυγα πτερυγίδιο φτερό λεπίδα πέτασμα αυτί λοβός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το πτερύγιο του καρχαρία φάνηκε στην επιφάνεια της θάλασσας.
  • Το πτερύγιο στο άκρο του φτερού μειώνει την αεροδυναμική αντίσταση.
  • Το πτερύγιο του ψυγείου θερμαίνεται όσο λειτουργεί ο κινητήρας.
  • Το πτερύγιο του αυτιού βοηθά στη συλλογή των ήχων.
  • Το πτερύγιο της βαλβίδας δεν έκλεισε σωστά και προκάλεσε διαρροή.