προστατευτικό

άλλο

1. Που παρέχει ή προορίζεται να παρέχει προστασία από βλάβη, κίνδυνο, φθορά ή εξωτερικές επιδράσεις.

2. Αντικείμενο, υλικό, συσκευή ή μέτρο που χρησιμοποιείται για να προστατεύει πρόσωπα, πράγματα ή επιφάνειες από ζημία, ρύπανση ή κινδύνους.

Συνώνυμα

προστατευτικός προφυλακτικό προφυλακτικός ασφαλής αμυντικός κάλυμμα περίβλημα επένδυση επικάλυψη επίστρωμα ασπίδα ασπίς προφύλαξη μάσκα ανθεκτικό αντιδιαβρωτικό αντισκωριακό αδιάβροχο καταφύγιο κουκούλα κέλυφος

Αντώνυμα

εκτεθειμένο απροστάτευτο ευάλωτο ακάλυπτο γυμνό επικίνδυνο επιβλαβές ξεσκέπαστο ανοιχτό αβοήθητο διαβρωτικό καταστροφικό

Παραδείγματα χρήσης

  • Το προστατευτικό κράνος είναι υποχρεωτικό στο εργοτάξιο.
  • Έβαλα προστατευτικό στην οθόνη του κινητού για να μην χαραχτεί.
  • Χρησιμοποίησαν προστατευτικό επίστρωμα για να σταματήσουν τη διάβρωση.
  • Το φάρμακο έδειξε προστατευτικό αποτέλεσμα σε κλινικές δοκιμές.
  • Το προστατευτικό κάλυμμα των βιβλίων διατηρεί τις σελίδες καθαρές.