πλην

άλλο

1. Χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι κάτι δεν περιλαμβάνεται ή εξαιρείται από ό,τι αναφέρεται.

2. Λειτουργεί ως σύνδεσμος για να εκφράσει αντίθεση ή μερική άρνηση σε σχέση με προηγούμενη πληροφορία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

και συμπεριλαμβανομένου περιλαμβανομένου κι συν μαζί

Παραδείγματα χρήσης

  • Όλοι ήρθαν πλην του Γιώργου.
  • Έφαγε τα πάντα πλην του ψωμιού.
  • Η εκδρομή ήταν ωραία, πλην είχε πολύ κρύο.
  • Πέντε πλην δύο ισούται με τρία.
  • Το καθαρό ποσό είναι 1.000 ευρώ πλην φόρων.
  • Η προσφορά ισχύει πλην ορισμένων όρων.