πλαστογραφώ
ρήμαΠαραποιώ έγγραφο, αντικείμενο, υπογραφή ή άλλο στοιχείο, ώστε να φαίνεται γνήσιο ή να αποδίδεται σε άλλον.
Συνώνυμα
αλλοιώνω απομιμούμαι παραχαράσσω παραποιώ μαγειρεύω διαστρεβλώνω νοθεύω πλασματοποιώ μαϊμουδίζω διαπράττω μασκάρω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν είναι νόμιμο να πλαστογραφώ την υπογραφή κάποιου σε επίσημο έγγραφο.
- Ο κατηγορούμενος ομολόγησε ότι προσπάθησε να πλαστογραφώ το δίπλωμά του.
- Κάποιοι επιτήδειοι μπορούν να πλαστογραφώ εισιτήρια και να τα πουλούν παράνομα.
- Δεν πρέπει ποτέ να πλαστογραφώ αποδείξεις ή λογαριασμούς.
- Η αστυνομία ερευνά αν κάποιος προσπάθησε να πλαστογραφώ την ταυτότητά του.