παρθένος
επίθετο1. Που δεν έχει συνάψει σεξουαλική επαφή με άλλο άτομο.
2. Που παραμένει ανέπαφος ή άθικτος, χωρίς να έχει υποστεί μεταβολή, βλάβη ή χρήση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο μάθημα μιλήσαμε για την έννοια της παρθένος στην αρχαία ελληνική γραμματεία.
- Η περιοχή γύρω από τη λίμνη παραμένει παρθένος και ανεπηρέαστη από την ανθρώπινη δραστηριότητα.
- Το πρόγραμμα απαιτεί να εγκατασταθεί σε παρθένο δίσκο.
- Αγόρασε ένα παρθένο ελαιόλαδο υψηλής ποιότητας.
- Στη γεωλογία, η παρθένος γη δεν έχει ακόμη καλλιεργηθεί.
- Η μητέρα μίλησε για την παρθένος σε παλαιότερα θρησκευτικά κείμενα.