παράρτημα

ουσιαστικό

1. Τμήμα ή εγκατάσταση που εξυπηρετεί λειτουργίες ή παρέχει υπηρεσίες υπό την εποπτεία ή το πλαίσιο μιας κύριας υπηρεσίας ή οργανισμού, συνήθως σε διαφορετική τοποθεσία από την κεντρική.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στο τέλος της έκθεσης υπάρχει ένα παράρτημα με τα στατιστικά στοιχεία.
  • Η εταιρεία άνοιξε ένα νέο παράρτημα στη Θεσσαλονίκη.
  • Το παράρτημα στο συμβόλαιο περιλαμβάνει τις ειδικές προϋποθέσεις.
  • Το σχολείο απέκτησε ένα ξεχωριστό παράρτημα για τα εργαστήρια.
  • Το τοπικό παράρτημα του συλλόγου διοργάνωσε την εκδήλωση.