παντρεύομαι

ρήμα

1. Συνάπτω νομική ή κοινωνικά αναγνωρισμένη ένωση με άλλο άτομο μέσω τελετής, δήλωσης ή εγγραφής, με σκοπό τη δημιουργία συζυγικής σχέσης.

Συνώνυμα

γαμέομαι δένομαι δεσμεύομαι ζευγαρώνομαι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Την επόμενη εβδομάδα παντρεύομαι.
  • Πέρυσι η αδελφή μου παντρεύτηκε σε μια μεγάλη τελετή.
  • Η παραδοσιακή μουσική παντρεύεται με τη σύγχρονη τέχνη στο φεστιβάλ.
  • Ο Νίκος και η Έλενα παντρεύονται αυτό το Σαββατοκύριακο.
  • Μετά από πολλά χρόνια σχέσης, τελικά παντρευτήκαμε.