ονομάζομαι

ρήμα

1. Να φέρει ή να του αποδίδεται ένα συγκεκριμένο όνομα, ώστε να αναγνωρίζεται ή να αναφέρεται με αυτό.

2. Να δηλώνει κανείς το όνομά του κατά την παρουσίαση ή την ταυτοποίηση.

Συνώνυμα

λέγομαι καλούμαι αποκαλούμαι ονοματίζομαι κατονομάζομαι προσαγορεύομαι προσφωνούμαι επωνομάζομαι αναφέρομαι βαπτίζομαι χαρακτηρίζομαι τιτλοφορούμαι θεωρούμαι

Παραδείγματα χρήσης

  • Στην καθημερινή γνωριμία ονομάζομαι Γιώργος.
  • Στο πιστοποιητικό γέννησής μου ονομάζομαι Γιώργος Παπαδόπουλος.
  • Από τους φίλους μου ονομάζομαι Γιωργάκης.
  • Στο χωριό ονομάζομαι ο γιατρός λόγω της δουλειάς μου.
  • Στην οικογενειακή παράδοση ονομάζομαι συχνά προς τιμήν των προγόνων.