ονειρεύομαι
ρήμα1. Παράγω ή βιώνω νοερές εικόνες, ακολουθίες γεγονότων και συναισθήματα κατά τη διάρκεια του ύπνου.
2. Φαντάζομαι νοερά καταστάσεις, επιθυμητά αποτελέσματα ή μελλοντικά σενάρια κατά την εγρήγορση, χωρίς άμεση πρακτική υπόσταση.
Συνώνυμα
ονειροπολώ φαντασιώνομαι ονειρεύω ενυπνιάζομαι φαντάζομαι οραματίζομαι επιθυμώ ποθώ λαχταρώ μυθοπλάθω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ ονειρεύομαι συχνά ότι πετάω πάνω από την πόλη.
- Εγώ ονειρεύομαι να ανοίξω ένα μικρό βιβλιοπωλείο στην παλιά γειτονιά.
- Εγώ ονειρεύομαι τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού όταν έξω χιονίζει.
- Εγώ ονειρεύομαι να σε ξαναδώ και να μιλήσουμε αργά τη νύχτα.
- Εγώ δεν ονειρεύομαι πια μεγάλα σχέδια, προτιμώ την καθημερινή ηρεμία.