οικολογικός
επίθετο1. Που σχετίζεται με την οικολογία ή με τη μελέτη και την κατανόηση των σχέσεων μεταξύ οργανισμών και του φυσικού τους περιβάλλοντος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αγοράσαμε οικολογικά σαπούνια χωρίς πλαστική συσκευασία.
- Το οικολογικό σύστημα της λίμνης είναι πολύ ευαίσθητο.
- Η οικολογική μελέτη περιγράφει τις σχέσεις μεταξύ των ειδών και του περιβάλλοντος.
- Το οικολογικό κόμμα προώθησε μέτρα για τη μείωση των εκπομπών.
- Προσπαθούμε να ακολουθούμε οικολογικές πρακτικές στην καθημερινότητά μας.