οδοιπόρος

ουσιαστικό

Άτομο που ταξιδεύει από τόπο σε τόπο, συνήθως πεζό, διανύοντας αποστάσεις και συχνά περιπλανώμενο ή μετακινούμενο για σκοπούς ταξιδιού, αναζήτησης ή μεταφοράς.

Συνώνυμα

ταξιδιώτης ταξιδευτής πεζοπόρος περιπλανώμενος περιπλανητής περιηγητής προσκυνητής περαστικός γυρολόγος νομάς αλήτης επισκέπτης επιβάτης τουρίστας

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο οδοιπόρος σταμάτησε στο παλιό χάνι για να ξεκουραστεί.
  • Ο οδοιπόρος προσκύνησε στο μοναστήρι πριν συνεχίσει το δρόμο.
  • Ο οδοιπόρος της ζωής συχνά αναζητά νόημα και συντροφιά.
  • Στο ποίημα εμφανίζεται ο οδοιπόρος του χρόνου που συλλέγει αναμνήσεις.
  • Ο οδοιπόρος ρώτησε τους χωρικούς για τον πιο σύντομο δρόμο προς την πόλη.