ξεσκεπάζομαι
ρήμα1. Αποκαλύπτομαι, βγαίνω από την κάλυψη ή το σκέπασμα που με περιβάλλει.
2. Γίνομαι φανερός ή γνωστός, ιδιαίτερα όταν αποκαλύπτεται κάτι κρυμμένο ή μυστικό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά από ώρες ψαξίματος, η αλήθεια άρχισε να ξεσκεπάζομαι.
- Το σχέδιο της απάτης ξεσκεπάζεται σιγά σιγά από τις αρχές.
- Όταν έφυγε το σεντόνι, το τραπέζι ξεσκεπάζεται και φαίνεται πάλι το ξύλο του.
- Με τον δυνατό αέρα, τα κεραμίδια στην ταράτσα ξεσκεπάζονται εύκολα.
- Στη συζήτηση φάνηκε ότι τα ψέματα του δεν μπορούσαν πια να ξεσκεπάζονται.