ξίφος
ουσιαστικό1. Μακρύ, λεπτό αντικείμενο από μέταλλο ή άλλο υλικό με μία ή δύο κοφτερές πλευρές και λαβή, σχεδιασμένο για κόψιμο, τρύπημα ή μαχαιριά.
2. Χρησιμοποιείται σε μάχη ή αυτοάμυνα και συχνά εμφανίζεται σε τελετές ή ως σύμβολο εξουσίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πολεμιστής τράβηξε το ξίφος και ετοιμάστηκε να πολεμήσει.
- Το παλιό ξίφος της οικογένειας κρύβει πολλές ιστορίες.
- Ο εισαγγελέας έγινε το ξίφος της δικαιοσύνης στην υπόθεση.
- Στον αγώνα ξιφασκίας χρησιμοποίησε ένα λεπτό ξίφος.
- Η αποκάλυψη των στοιχείων λειτούργησε ως ξίφος εναντίον τους.