νωχελικά

επίρρημα

Με τρόπο που χαρακτηρίζεται από μειωμένη συχνότητα και ένταση κινήσεων, με τάση για επιβράδυνση και περιορισμένη ενεργοποίηση.

Συνώνυμα

νωθρά νωθά ληθαργικά οκνηρά αργά βραδέως αργόσυρτα νυσταλέα χαλαρά επιβραδυσμένα απαθώς βαριεστημένα σιγά-σιγά

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθισε νωχελικά στον καναπέ και κοίταζε το παράθυρο.
  • Περπατούσε με νωχελικά βήματα κατά μήκος της παραλίας.
  • Η κουβέντα κύλησε νωχελικά, χωρίς να αγγίξει επίμαχα θέματα.
  • Τα νωχελικά μάτια της μαρτυρούσαν κούραση και μελαγχολία.
  • Το καλοκαιρινό απόγευμα κυλούσε νωχελικά, σαν να μην υπήρχε βιασύνη.