νοσοκόμα
ουσιαστικόΕπαγγελματίας υγείας που παρέχει φροντίδα, παρακολούθηση και υποστήριξη σε ασθενείς, εφαρμόζει ιατρικές οδηγίες, χορηγεί και διαχειρίζεται φάρμακα, και συμβάλλει στην αποκατάσταση και τη διατήρηση της υγείας και της ευημερίας τους.
Συνώνυμα
νοσηλεύτρια νοσηλευτής νοσοκόμος νοσοκόμη αδελφή ασπροφόρα λευκοφόρα φροντίστρια φροντιστής μαία μαμή παραμάνα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η νοσοκόμα άλλαξε το επίδεσμο του ασθενούς.
- Η νοσοκόμα φροντίζει καθημερινά τη γιαγιά μας στο σπίτι.
- Η νοσοκόμα στο παιδιατρικό τμήμα παρηγορούσε τα παιδιά.
- Κατά τη νυχτερινή βάρδια η νοσοκόμα παρακολουθούσε τους ζωτικούς δείκτες.
- Η νοσοκόμα στο μέτωπο έδειξε μεγάλο θάρρος και αυταπάρνηση.