μπλεγμένος

επίθετο

1. Που έχει ανακατωθεί ή περιπλεχθεί φυσικά (π.χ. μαλλιά, νήματα, καλώδια) με αποτέλεσμα να δημιουργούνται κόμποι ή εμπόδια στην απελευθέρωση ή χρήση.

Συνώνυμα

εμπλεκόμενος περιπλεγμένος αναμειγμένος συμπλεγμένος μπερδεμένος παγιδευμένος εγκλωβισμένος δεμένος ανακατεμένος διαπλεκόμενος στριμωγμένος πολύπλοκος πλεγμένος κατηγορούμενος σύνθετος

Αντώνυμα

ξεμπλεγμένος ανεμπλεκόμενος απεμπλεκόμενος αμέτοχος αθώος απαλλαγμένος απελευθερωμένος ελεύθερος ξεμπερδεμένος αδέσμευτος

Παραδείγματα χρήσης

  • Το ψάθινο σχοινί είναι μπλεγμένο γύρω από το κλαδί.
  • Ο Παύλος ήταν μπλεγμένος σε μια υπόθεση φοροδιαφυγής.
  • Είμαι μπλεγμένος με τις οδηγίες και δεν ξέρω τι να κάνω.
  • Η Μαρία ένιωθε μπλεγμένη ανάμεσα σε δύο σχέσεις.
  • Οι πελάτες έμειναν μπλεγμένοι στα γραφειοκρατικά της υπηρεσίας.