μπάνιο
ουσιαστικό1. Δωμάτιο ή χώρος σε οικία ή δημόσια εγκατάσταση που προορίζεται για το πλύσιμο και την ατομική υγιεινή, συνήθως εξοπλισμένος με νιπτήρα, ντους ή μπανιέρα και άλλα απαραίτητα είδη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μπάνιο στο διαμέρισμα είναι μικρό αλλά φωτεινό.
- Θα κάνω ένα μπάνιο πριν φύγω.
- Πήγαμε για μπάνιο στη θάλασσα το απόγευμα.
- Δε μου αρέσει να κάνω μπάνιο με πολύ ζεστό νερό.
- Το μωρό χρειάζεται καθημερινό μπάνιο.