μνήμη
ουσιαστικό1. Ψυχική ικανότητα καταγραφής, διατήρησης και ανάκλησης εμπειριών, πληροφοριών και εντυπώσεων.
2. Σύνολο πληροφοριών, εμπειριών και εντυπώσεων που έχουν αποθηκευτεί και μπορούν να ανακληθούν από ένα άτομο ή έναν οργανισμό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μνήμη μου είναι καλή, θυμάμαι λεπτομέρειες από το παρελθόν.
- Διατηρώ μια ευχάριστη μνήμη από εκείνες τις διακοπές.
- Η μνήμη του υπολογιστή χρειάζεται αναβάθμιση.
- Η συναυλία έγινε στη μνήμη των θυμάτων.
- Η μνήμη του τόπου κρατά ζωντανές τις παραδόσεις.