μητρόπολη
ουσιαστικό1. Μεγάλη ή σημαντική πόλη που αποτελεί διοικητικό, οικονομικό, πολιτιστικό ή πληθυσμιακό κέντρο μιας ευρύτερης περιοχής ή χώρας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μητρόπολη της χώρας συγκεντρώνει επιχειρήσεις, πανεπιστήμια και πολιτιστικά ιδρύματα.
- Η μητρόπολη της εκκλησίας έχει την έδρα του μητροπολίτη στην παλιά μονή.
- Η Αθήνα ήταν κάποτε μητρόπολη που ίδρυσε πολλές αποικίες στη Μεσόγειο.
- Η μητρόπολη της μόδας προσελκύει σχεδιαστές και φωτογράφους από όλο τον κόσμο.
- Μετά από χρόνια στην μητρόπολη, αποφάσισε να μετακομίσει στην επαρχία για πιο ήρεμη ζωή.