μεταγενέστερα
επίρρημα1. Σε χρόνο που έπεται ενός άλλου γεγονότος ή σημείου αναφοράς.
2. Σε μεταγενέστερο στάδιο εξέλιξης, ανάπτυξης ή συζήτησης, υποδηλώνοντας γεγονός ή κατάσταση που εμφανίζεται αφού προηγουμένως συνέβη κάτι άλλο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Θα το συζητήσουμε μεταγενέστερα.
- Αρχικά συμφωνήσαμε στις αλλαγές, αλλά μεταγενέστερα υπήρξαν διαφωνίες.
- Στα μεταγενέστερα έργα του, ο συγγραφέας υιοθέτησε πιο αφαιρετικό ύφος.
- Η διάγνωση έγινε άμεσα, η θεραπεία όμως ξεκίνησε μεταγενέστερα λόγω καθυστερήσεων.
- Η μελέτη έδειξε βελτίωση στους συμμετέχοντες και μεταγενέστερα πραγματοποιήθηκαν επιπλέον δοκιμές.