μεζονέτα
ουσιαστικό1. Διαμέρισμα κατοικίας που καταλαμβάνει δύο ή περισσότερους ορόφους μέσα σε κτίριο και συνδέεται με εσωτερική σκάλα, προσφέροντας διάταξη και αυτοτέλεια παρόμοια με μονοκατοικία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μεζονέτα έχει δύο ορόφους και ιδιωτική είσοδο.
- Μισθώσαμε μια μεζονέτα κοντά στη θάλασσα για το καλοκαίρι.
- Η μεζονέτα πάνω από το μαγαζί ανακαινίστηκε πλήρως.
- Αγόρασε μια μεζονέτα με μεγάλο μπαλκόνι και κήπο.
- Στην αγγελία έγραφε: πολυτελής μεζονέτα.