μαλώνω
ρήμα1. Εκφράζω έντονη δυσαρέσκεια ή θυμό προς κάποιον, συνήθως με λόγια ή με έντονη φωνή.
2. Διαπληκτίζομαι με κάποιον λόγω διαφοράς ή έντασης.
3. Επιπλήττω κάποιον για κάτι που έκανε ή δεν έκανε.
Συνώνυμα
τσακώνομαι καβγαδίζω διαπληκτίζομαι επιπλήττω φιλονικώ διενεκώ συγκρούομαι μαχητεύω βρίζω επιχειρηματολογώ κριτικάρω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μητέρα μαλώνω το παιδί επειδή άργησε να γυρίσει σπίτι.
- Μη μαλώνω τον σκύλο τόσο δυνατά, φοβάται.
- Οι γονείς μαλώνω μεταξύ τους για το ίδιο θέμα.
- Όποτε κάνει ζημιές, ο παππούς τον μαλώνω ήρεμα.
- Ακούστηκε να μαλώνω με τον γείτονα από το μπαλκόνι.
- Δεν θέλω να μαλώνω κανέναν χωρίς λόγο.