μάτι
ουσιαστικό1. Όργανο της όρασης που ανιχνεύει το φως και επιτρέπει την αντίληψη εικόνων, αποτελούμενο από δομές όπως ο βολβός, ο κερατοειδής, ο φακός, η κόρη, ο αμφιβληστροειδής και το οπτικό νεύρο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μάτι της κοπέλας ήταν καταγάλανο.
- Ρίξε ένα μάτι στο κείμενο πριν το στείλεις.
- Τηγάνισα ένα μάτι για το πρωινό.
- Το μάτι του κυκλώνα πέρασε κοντά από το νησί.
- Πιστεύουν στο κακό μάτι και δένουν κόκκινη κλωστή στα μωρά για προστασία.