λουκάνικο
ουσιαστικόΠαρασκευασμένο προϊόν κρέατος, συνήθως από κιμά ή τεμαχισμένα κομμάτια κρέατος αναμεμειγμένα με λίπος, αλάτι, μπαχαρικά και άλλα πρόσθετα, τοποθετημένο σε φυσικό ή τεχνητό περίβλημα και προοριζόμενο για ψήσιμο, βράσιμο, κάπνισμα ή άμεση κατανάλωση ως τρόφιμο.
Συνώνυμα
φρανκφούρτη φρανκφούρτερ βιεννέζικο σουτζούκι λουκανικάκι λουκανίτσα χωριάτικο μπέικον ζαμπόν παστουρμάς
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πρωινό περιλάμβανε λουκάνικο ψημένο στη σχάρα.
- Έβαλα λουκάνικο στο σάντουιτς.
- Στον πάγκο του κρεοπωλείου υπήρχαν φρέσκα λουκάνικα.
- Η συνταγή ζητά να κοπεί το λουκάνικο σε λεπτές φέτες.
- Στο πανηγύρι δοκίμασα πικάντικο λουκάνικο με τσίλι.