λιλιπούτειος
άλλοΠου έχει πολύ μικρό μέγεθος, τόσο ώστε να φαίνεται ή να είναι εξαιρετικά μικροσκοπικός.
Συνώνυμα
μικροσκοπικός μικρός μικρούλης μικρουτσικός μινιατούρικος μικροκαμωμένος μικρότατος μίνι ελάχιστος ασήμαντος ψιλούτσικος συρρικνωμένος κοντός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μωρό κοιμόταν σε μια λιλιπούτειη κούνια.
- Ο κήπος πίσω από το σπίτι είναι λιλιπούτειος, αλλά πολύ περιποιημένος.
- Φορούσε ένα λιλιπούτειο ρολόι στον καρπό του.
- Στο νησί υπάρχει ένα λιλιπούτειο χωριό με λίγους κατοίκους.
- Άφησε μια λιλιπούτεια χαραμάδα ανοιχτή για να μπει λίγο φως.