κυβερνητικός

επίθετο

1. Που σχετίζεται με την κυβέρνηση ή προέρχεται από αυτή ως θεσμικό όργανο του κράτους.

2. Που εκφράζει, υποστηρίζει ή αποδίδεται σε πολιτικές, αποφάσεις και πρωτοβουλίες της κυβέρνησης.

Συνώνυμα

κρατικός δημόσιος διοικητικός κυβερνησιακός κυβερνών φιλοκυβερνητικός πολιτικός υπουργικός επίσημος καθεστωτικός κρατικοδιοικητικός

Αντώνυμα

αντιπολιτευτικός αντικυβερνητικός ιδιωτικός αντικρατικός αντισυστημικός αντικαθεστωτικός δημοτικός αντάρτης ανεπίσημος αντιεξουσιαστικός αντιδραστικός

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ανακοίνωσε τα νέα μέτρα.
  • Ο κυβερνητικός σχεδιασμός για τις υποδομές θα παρουσιαστεί αύριο.
  • Ο κυβερνητικός ραδιοφωνικός σταθμός μετέδωσε ζωντανά τη συνέντευξη.
  • Ο κυβερνητικός βουλευτής υπερασπίστηκε την πρόταση στη Βουλή.
  • Ο κυβερνητικός λόγος επικεντρώθηκε στην οικονομική ανάκαμψη.