κτήμα
ουσιαστικό1. Ιδιοκτησία γης ή έκταση γης που ανήκει σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, συχνά με αγροτική χρήση και ενδεχομένως με κτίσματα ή υποδομές.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κτήμα τους έχει ελιές και αμπέλια.
- Αγόρασε ένα μικρό κτήμα στην εξοχή.
- Η γνώση πρέπει να γίνει κτήμα όλων των πολιτών.
- Μετά από χρόνια μελέτης, η μουσική έγινε κτήμα της.
- Τα κτήματα της οικογένειας μεταβιβάστηκαν στους κληρονόμους.