κοντούλης
επίθετο1. Που έχει μικρό ύψος σε σχέση με το συνηθισμένο ή με άλλα άτομα, συχνά με υποκοριστική ή μειωτική χροιά.
2. Που έχει μικρή διάσταση ή μήκος όταν αναφέρεται σε αντικείμενα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κοντούλης γείτονας μας βοήθησε να κουβαλήσουμε τα έπιπλα.
- Ο κοντούλης εγγονός μου κοιμήθηκε στην αγκαλιά μου.
- Ο κοντούλης της ομάδας σκόραρε το νικητήριο γκολ, παρά το μικρό του ανάστημα.
- Στον κήπο τριγυρίζει ένας κοντούλης σκύλος με μεγάλα αυτιά.
- Στο σχολείο τον φώναζαν «ο κοντούλης», αλλά εκείνος το έπαιρνε με χιούμορ.