κοντάρι
ουσιαστικό1. Μακρύ, ευθύ ραβδί από ξύλο, μέταλλο ή άλλο υλικό που χρησιμεύει ως στύλος ή ράβδος στήριξης για σημαίες, λάβαρα ή άλλα αντικείμενα.
2. Ο άξονας ή στέλεχος δόρατος ή άλλου μακρού όπλου, που κρατιέται ή προεκτείνεται ως όπλο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στήριξε τη σημαία στο κοντάρι της πλατείας.
- Ο στρατιώτης κρατούσε το κοντάρι ψηλά κατά την παρέλαση.
- Το κοντάρι της σκούπας έσπασε και χρειάζεται αντικατάσταση.
- Το ιστιοφόρο έσπασε το κοντάρι του κατά τη φουρτούνα.
- Ο αθλητής έσπασε ρεκόρ στο επί κοντώ χρησιμοποιώντας ένα ελαφρύ κοντάρι.