κοκτέιλ
ουσιαστικό1. Ποτό που προκύπτει από την ανάμειξη δύο ή περισσότερων συστατικών, συνήθως αλκοολούχων (ποτά βάσης, λικέρ) και αναψυκτικών ή χυμών, σερβιρισμένο συχνά με πάγο και γαρνιτούρες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Παρήγγειλα ένα κοκτέιλ με ρούμι και φρέσκο χυμό ανανά.
- Το κοκτέιλ χωρίς αλκοόλ ήταν δροσερό και γευστικό.
- Στο μπουφέ υπήρχε ένα κοκτέιλ φρούτων για επιδόρπιο.
- Το κοκτέιλ των γεύσεων στο πιάτο ήταν εκπληκτικό.
- Πήγαμε στο κοκτέιλ που διοργάνωσε το μουσείο το βράδυ.