καταργούμαι

ρήμα

Παύω να ισχύω ή να εφαρμόζομαι, επειδή καταργείται κάτι από αρμόδια αρχή ή απόφαση.

Συνώνυμα

ακυρώνομαι παύομαι εκπίπτω απαλείφομαι παραμερίζομαι διαγράφομαι

Αντώνυμα

θεσπίζομαι διατηρούμαι καθιέρομαι υπάρχω εφαρμόζομαι ισχύω παραμένω

Παραδείγματα χρήσης

  • Το άρθρο αυτό καταργούμαι από τον νέο νόμο.
  • Από την 1η Ιανουαρίου, καταργούμαι ο παλιός κανονισμός.
  • Με την απόφαση της συνέλευσης, καταργούμαι η υποχρεωτική παρουσία.
  • Αν ψηφιστεί η πρόταση, καταργούμαι οι επιπλέον χρεώσεις.